Δευτέρα, Αυγούστου 20, 2007

Συνάνθρωπος

Έχω κρατήσει σε ένα χαρτονάκι από κούτα από τσιγάρα, κάποιες λέξεις κλειδιά, που θα μου θυμήσουν θέματα περιπτέρου για να σας γράψω, αλλά αυτή τη στιγμή μου είναι τελείως άχρηστο. Δεν τσουλάει...
Θα σας γράψω όμως κάτι που εκεί δεν είναι σημειωμένο, αλλά δεν φεύγει απ' το μυαλό μου.
Συνέβει Κυριακή πρωί στις δύο περίπου τα ξημερώματα.
Η Ιάσωνος είχε πολύ κίνηση κι εγώ ήμουν επί το έργον.
Κάποια στιγμή βλέπω να έρχεται ο γιος μου με ένα φίλο του και κάτι κοίταζαν με ανησυχία.
Επειδή από μέσα δεν είχα καλή ορατότητα, βγήκα έξω και βλέπω ένα σταματημένο αυτοκίνητο με αναμμένα τα αλάρμ και στην θέση του οδηγού καθόταν ένας κύριος ακίνητος και στα χέρια του κρατούσε ανοιχτό το πορτοφόλι του.
Τρελάθηκα!
Νόμιζα πως είχε πεθάνει! Τον φώναξα, του μίλησα και μετά από ώρα σήκωσε το κεφάλι του και μου είπε ότι είναι καλά.
Έτρεξα στο ψυγείο, πήρα ένα νερό, το άνοιξα, του το έδωσα και του είπα να βρέξει το πρόσωπό του.
Οι πελάτες φώναζαν, γύρισα μέσα και ξαναβγήκα.
Τον κύριο τον είχε πάρει πάλι ο ύπνος, με το νερό στο χέρι, ενώ είχε πετάξει ανοιχτό το πορτοφόλι του στη θέση του συνοδηγού.
Τον φώναξα πάλι, του είπα να κλείσει το παράθυρο απ' την άλλη πλευρά, γιατί θα του κλέψουν το πορτοφόλι του.
Εκείνος μου είπε: "Ευχαριστώ για το νερό", είπε: "Ποιος νοιάζεται για τα λεφτά;" και ξανακοιμήθηκε.
Από κείνη την στιγμή είχα την έννοια του. Κοιμόταν εκεί δίπλα στο περίπτερο και όσο μπορούσα τον πρόσεχα.
Κατά τις 4 ήρθε ένα φορτηγό που έπρεπε να ξεφορτώσει και του είπαν να πάει τ' αυτοκίνητο πιο πέρα.
Έτρεμε η ψυχή μου μέχρι να τον δω να σταθμεύσει σωστά, μην τον χτυπήσουν, μη χτυπήσει άλλους. Πρότεινα να το οδηγήσει κάποιος άλλος, αλλά... γιοκ!
Μετά τον είδα να κοιμάται εκεί και ένιωσα ανακουφισμένη. Ήλπιζα ότι αν ήταν μεθυσμένος, όσο περισσότερο κοιμόταν, τόσο θα συνέρχονταν. Ήθελα να του δώσω ζάχαρη, αλλά είχε πολύ κίνηση και δεν μπορούσα να φύγω λεπτό απ' τη δουλειά μου. Τα παιδιά ήδη είχαν φύγει.
Κάποια στιγμή που κοίταξα είδα το 100 κοντά του κι ένα αστυνομικό.
Στεναχωρέθηκα πολύ.
Αυτός ο άνθρωπος έδειχνε πολύ στενοχωρημένος και πολύ κύριος. Προσπάθησε να μην οδηγήσει και να κοιμηθεί σε ασφαλές σημείο και κανένας δεν τον άφησε.
Απ' την άλλη φοβόμουν και για την υγεία του. Αν δεν ένιωθε καλά και χρειαζόταν Νοσοκομείο;
Η δουλειά με είχε δεμένη χειροπόδαρα. Δεν μπόρεσα να τον βοηθήσω. Ένιωθα απαίσια ως άνθρωπος.
Όταν ξανακοίταξα είδα ότι δεν ήταν εκεί, ούτε το 100, ούτε ο άγνωστος χ.
Δεν ξέρω τι έγινε. Εύχομαι να ήταν μόνο ένα μεθύσι και τίποτα παραπάνω!